Εναλλακτικές μορφές διακίνησης προϊόντων. Από το αγρόκτημα στον καταναλωτή

preloader

γράφει ο Νίκος Δεδούσης, Στέλεχος Ανάπτυξης Εργασιών Αγροτικού Τομέα της Τράπεζας Πειραιώς

Φρέσκο παστεριωμένο γάλα φτάνει στους καταναλωτές μέσω αυτόματων μηχανημάτων πώλησης. Συγκεντρώνεται, επεξεργάζεται και πωλείται από συνεργατικές μορφές κτηνοτρόφων. Μεμονωμένοι παραγωγοί ή ομάδες παραγωγών καλλιεργούν και πωλούν κηπευτικά απευθείας σε καταναλωτές-μέλη, οι οποίοι δεσμεύονται να αγοράζουν από αυτούς για έναν ολόκληρο χρόνο. Έχουν προπληρώσει την ετήσια αξία των κηπευτικών και έχουν δεχτεί να παραλαμβάνουν εβδομαδιαία καλάθια με ποικιλία εποχιακών, ελληνικών, πιστοποιημένων φρέσκων φρούτων και λαχανικών. 

Κάνοντας ένα βήμα πιο μπροστά, παραγωγοί οργανώνονται και δημιουργούν αγορές παραγωγών στις οποίες ανταμώνουν με τους καταναλωτές, συνομιλούν, ανταλλάσσουν πληροφορίες και διαθέτουν τοπικά τα προϊόντα τους.

Αγροκτήματα ανοίγουν τις πόρτες τους και δέχονται τους καταναλωτές στις εγκαταστάσεις τους. Τους δίνουν την ευκαιρία να περπατήσουν ανάμεσα στις καλλιέργειές τους, να γνωρίσουν τον τρόπο που εκτρέφουν τα ζώα τους, να επιλέξουν οι ίδιοι τα λαχανικά και τα φρούτα που θέλουν και να επιστρέψουν στην πόλη με γεμάτες τσάντες και καρδιές, δαπανώντας λιγότερα χρήματα.

Όλες οι παραπάνω δράσεις, όταν είναι θεσμοθετημένες και ακολουθούν ορθές πρακτικές, μπορούν να επιδράσουν θετικά σε όλους τους εμπλεκόμενους σε αυτή την αλυσίδα. Οι τοπικές δράσεις και οι λεγόμενες «βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού» καταγράφουν ποσοτικό και ποιοτικό αποτύπωμα στους παραγωγούς, στους καταναλωτές, στις αγροτικές περιοχές, στην εθνική μας οικονομία.

Τι είναι όμως η βραχεία αλυσίδα εφοδιασμού; Είναι η ελαχιστοποίηση του αριθμού των ενδιάμεσων φορέων/μεσαζόντων -ιδανικά η ύπαρξη κανενός- κατά την εμπορία τοπικών αγροτικών προϊόντων. Οι μορφές βραχέων αλυσίδων που εφαρμόζονται στο εξωτερικό αφορούν άμεσες πωλήσεις και έμμεσες. Ως άμεσες μορφές καταγράφονται οι τοπικές αγορές, οι αγορές παραγωγών, η κοινοτικά υποστηριζόμενη γεωργία, η πώληση στο αγρόκτημα, ο αγροτουρισμός, η πώληση μέσω διαδικτύου. Αντίστοιχα, ως έμμεσες αναφέρονται οι πωλήσεις σε εστιατόρια, catering, οι αυτόματοι πωλητές, οι πωλήσεις μέσω ομάδων παραγωγών ή/και μέσω ομάδων καταναλωτών.

Οι παραγωγοί και οι καταναλωτές επιδιώκουν τη συνεργασία και την οικοδόμηση στενών κοινωνικών και γεωγραφικών σχέσεων. Από τις σχέσεις αυτές, οι παραγωγοί παίρνουν πληροφορίες για το προϊόν τους και μαθαίνουν να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνεται το εισόδημά τους. Οι καταναλωτές αποκτούν πρόσβαση σε φρέσκα τοπικά προϊόντα, λαμβάνοντας πληροφορίες για τον τρόπο παραγωγής και για τους τρόπους χρήσης τους, ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνουν καλύτερες τιμές.

Η καινοτομία σε αυτές τις μεθόδους πώλησης, η οποία κινητοποιεί και ανοίγει καινούργιους δρόμους, εστιάζεται στις κοινές αξίες που μοιράζονται παραγωγοί και καταναλωτές, στις σχέσεις δέσμευσης, αλληλοσεβασμού και εμπιστοσύνης που σφυρηλατούνται μέσω τέτοιων δράσεων.

Ο περιορισμός των ενδιάμεσων και η προτίμηση σε τοπικά τρόφιμα αποτελεί ανάγκη των καταναλωτών και καταγράφεται πλέον με έντονο τρόπο. Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές προτιμούν τα τοπικά τρόφιμα. Το 89% των ερωτηθέντων σε έρευνα του Ευρωβαρόμετρου συμφωνεί πως υπάρχουν οφέλη από την αγορά αγροτικών προϊόντων που προέρχονται από αγροκτήματα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή τους. Χαρακτηριστικά, επίσης, αναφέρεται πως οι Έλληνες καταναλωτές σε ποσοστό 90% καταγράφουν την προέλευση ως βασική τους προτεραιότητα όταν αγοράζουν τρόφιμα.

Η υποστήριξη των μικρών αλυσίδων εφοδιασμού και ο περιορισμός των ενδιάμεσων αποτελεί προτεραιότητα για την Ε.Ε. και τα θεσμικά της όργανα και αποτυπώνει τις απαιτήσεις των πολιτών της. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν ενταχθεί στον δεύτερο πυλώνα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μια σειρά από μέτρα που στόχο έχουν την ενίσχυση των βραχέων αλυσίδων εφοδιασμού. Ειδικότερα, προβλέπονται ενισχύσεις για την οριζόντια και κάθετη συνεργασία για βραχείες αλυσίδες και τοπικές αγορές και δραστηριότητες προώθησης. Παράλληλα, οι παραγωγοί μπορούν να εκπαιδεύονται σε θέματα τοπικής μεταποίησης και εμπορίας, καθώς και να λαμβάνουν συμβουλές για τους τρόπους ανάπτυξης βραχέων αλυσίδων εφοδιασμού. Επιπροσθέτως, οι παραγωγοί μπορούν να εντάσσονται σε συστήματα ποιότητας γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (ΠΟΠ, ΠΓΕ, βιολογική γεωργία), ώστε να αυξήσουν την προστιθέμενη αξία των προϊόντων τους και να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί. Προσφέρονται, τέλος, ενισχύσεις στους παραγωγούς για τη σύσταση ομάδων ή οργανώσεων παραγωγών, με σκοπό να αντιμετωπίσουν από κοινού τις προκλήσεις της αγοράς, να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη και τις δυνατότητες εμπορίας.

Οι επιπτώσεις των δυσμενών οικονομικών συνθηκών στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών είναι προφανείς. Ταυτόχρονα, οι πολίτες επαναπροσδιορίζουν τη σχέση τους με τη φύση και τα τρόφιμα, αναζητώντας προϊόντα που συνοδεύονται από εμπειρίες ή βιώματα. Οι συνθήκες αυτές καθιστούν την οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων αναγκαία περισσότερο από ποτέ. Οι βραχείες αλυσίδες, οι τοπικές αγορές, η αύξηση της προστιθέμενης αξίας των αγροτικών προϊόντων και η συμβολαιακή γεωργία αποτελούν βασικά συστατικά στοιχεία της σύγχρονης αγροτικής ανάπτυξης.

Πηγή: "ΕΠΙ ΓΗΣ" τεύχος 3